Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 70.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
sınıf 🔉  

τάξη (η) 🔉  
κλάση (η) 🔉  
κατηγορία (η) 🔉  
sınıf başkanı 🔉  

πρόεδρος τάξης (ο) 🔉  
sınıf öğretmeni 🔉  

δάσκαλος τάξης (ο) 🔉  
δασκάλα τάξης (η) 🔉  
sınıf öğretmenliği 🔉  

διδασκαλία τάξης (η) 🔉  
επάγγελμα δασκάλου τάξης (το) 🔉  
sınıflama 🔉  

ταξινόμηση (η) 🔉  
κατηγοριοποίηση (η) 🔉  
sınıflamak 🔉  

ταξινομώ 🔉  
κατηγοριοποιώ 🔉  
sınıflandırma 🔉  

ταξινόμηση (η) 🔉  
κατηγοριοποίηση (η) 🔉  
sınıflandırmak 🔉  

ταξινομώ 🔉  
κατηγοριοποιώ 🔉  
sınıflanış 🔉  

ταξινόμηση (η) 🔉  
κατηγοριοποίηση (η) 🔉  
sınıflanma 🔉  

ταξινόμηση (η) 🔉  
κατηγοριοποίηση (η) 🔉  
sınıflanmak 🔉  

ταξινομούμαι 🔉  
κατηγοριοποιούμαι 🔉  
sınıflaşma 🔉  

διαμόρφωση τάξεων (η) 🔉  
ταξική διαστρωμάτωση (η) 🔉  
sınıflaşmak 🔉  

διαμορφώνομαι σε τάξεις 🔉  
ταξικοποιούμαι 🔉  
sınıflayabilme 🔉  

δυνατότητα ταξινόμησης (η) 🔉  
sınıflayabilmek 🔉  

μπορώ να ταξινομήσω 🔉  
μπορώ να κατηγοριοποιήσω 🔉  
sınıflı 🔉  

ταξικός 🔉  
με τάξεις 🔉  
sınıfsal 🔉  

ταξικός 🔉  
sınıfsız 🔉  

αταξικός 🔉  
χωρίς τάξεις 🔉  
 🌍