Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 70.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
tabak
🔉
πιάτο (το)
🔉
δίσκος (ο)
🔉
tabaka
🔉
στρώμα (το)
🔉
πλάκα (η)
🔉
τάξη (η)
🔉
tabakalama
🔉
στρωματοποίηση (η)
🔉
tabakalamak
🔉
στρωματοποιώ
🔉
tabakalanma
🔉
στρωματοποίηση (η)
🔉
tabakalanmak
🔉
στρωματοποιούμαι
🔉
tabakalı
🔉
στρωματώδης
🔉
πολυστρωματικός
🔉
tabakasız
🔉
χωρίς στρώμα
🔉
άστρωτος
🔉
tabakçı
🔉
βυρσοδέψης (ο)
🔉
tabakçılık
🔉
βυρσοδεψία (η)
🔉
tabakhane
🔉
βυρσοδεψείο (το)
🔉
tabaklama
🔉
βυρσοδεψία (η)
🔉
tabaklamak
🔉
βυρσοδεψώ
🔉
tabaklanma
🔉
βυρσοδέψη (η)
🔉
tabaklanmak
🔉
βυρσοδεύομαι
🔉
tabaklı
🔉
με πιάτα
🔉
πιατοθήκη (η)
🔉
tabaklık
🔉
πιατοθήκη (η)
🔉
tabaksız
🔉
χωρίς πιάτο
🔉
🌍