Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
δημόσιος
🔉
kamusal
🔉
kamuya ait
🔉
devlet
🔉
δημόσιος κατήγορος (ο)
🔉
savcı
🔉
kamu davacısı
🔉
δημόσιος ξυλοδαρμός (ο)
🔉
aleni dayak
🔉
kamuya açık sopa cezası
🔉
δημόσιος οργανισμός (ο)
🔉
kamu kuruluşu
🔉
devlet kurumu
🔉
δημόσιος τομέας (ο)
🔉
kamu sektörü
🔉
δημόσιος υπάλληλος (ο)
🔉
kamu görevlisi
🔉
memur
🔉
δημόσιος φαρμακοποιός (ο)
🔉
kamu eczacısı
🔉
devlet eczacısı
🔉
δημόσιος χώρος (ο)
🔉
kamusal alan
🔉
kamuya açık mekân
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱