Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
συνετά
🔉
akıllıca
🔉
ölçülü
🔉
sağduyulu biçimde
🔉
συνεταιρισμός (ο)
🔉
kooperatif
🔉
ortaklık
🔉
kooperatifçilik
🔉
συνεταιρισμός εσόδων (ο)
🔉
gelir ortaklığı
🔉
hasılat ortaklığı
🔉
συνεταιριστής (ο)
🔉
kooperatifçi
🔉
ortak
🔉
συνεταιριστική (η)
🔉
kooperatif (kuruluş)
🔉
kooperatifçilik
🔉
συνεταιριστικοποίηση (η)
🔉
kooperatifleştirme
🔉
kooperatifleşme
🔉
συνεταιριστικοποιούμαι
🔉
kooperatifleşmek
🔉
kooperatifleştirilmek
🔉
συνεταιριστικός
🔉
kooperatif
🔉
kooperatifçiliğe ilişkin
🔉
συνεταιρίστρια (η)
🔉
ortak (kadın)
🔉
συνεταίροι (οι)
🔉
ortaklar
🔉
hissedarlar
🔉
συνεταίρος (ο)
🔉
ortak
🔉
hissedar
🔉
συνέταιρος (ο)
🔉
ortak
🔉
şirket ortağı
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱