Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
ihtiyat
🔉
προφύλαξη (η)
🔉
επιφύλαξη (η)
🔉
εφεδρεία (η)
🔉
ihtiyat akçesi
🔉
αποθεματικό (το)
🔉
ihtiyat kuvvetleri
🔉
εφεδρικές δυνάμεις (οι)
🔉
ihtiyaten
🔉
προληπτικώς
🔉
κατ’ επιφύλαξη
🔉
ihtiyati
🔉
προληπτικός
🔉
προσωρινός
🔉
ihtiyati tedbir
🔉
προσωρινό μέτρο (το)
🔉
ασφαλιστικό μέτρο (το)
🔉
ihtiyatilik
🔉
προληπτικότητα (η)
🔉
προσωρινότητα (η)
🔉
ihtiyatkâr
🔉
συνετός
🔉
προσεκτικός
🔉
ihtiyatkârlık
🔉
σύνεση (η)
🔉
προσοχή (η)
🔉
ihtiyatlı
🔉
προσεκτικός
🔉
συνετός
🔉
ihtiyatlıca
🔉
προσεκτικά
🔉
συνετά
🔉
ihtiyatlılık
🔉
προσοχή (η)
🔉
σύνεση (η)
🔉
ihtiyatsız
🔉
απρόσεκτος
🔉
ασύνετος
🔉
ihtiyatsızca
🔉
απρόσεκτα
🔉
ασύνετα
🔉
ihtiyatsızlık
🔉
απροσεξία (η)
🔉
ασυνεσία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱