Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
περί
🔉
hakkında
🔉
çevresinde
🔉
yaklaşık
🔉
περίαπτο (το)
🔉
muska
🔉
tılsım
🔉
περιβάλλομαι
🔉
kuşanmak
🔉
bürünmek
🔉
çevrelenmek
🔉
περιβαλλόμενος
🔉
çevrelenen
🔉
kuşatılan
🔉
περιβάλλον (το)
🔉
çevre
🔉
ortam
🔉
περιβάλλον επικοινωνίας (το)
🔉
iletişim ortamı
🔉
περιβαλλοντικές επιστήμες (οι)
🔉
çevre bilimleri
🔉
περιβαλλοντική καταστροφή (η)
🔉
çevre felaketi
🔉
περιβαλλοντική ρύπανση (η)
🔉
çevre kirliliği
🔉
περιβαλλοντική υγεία (η)
🔉
çevre sağlığı
🔉
περιβαλλοντικός
🔉
çevresel
🔉
çevreye ilişkin
🔉
περιβαλλοντικότητα (η)
🔉
çevresellik
🔉
περιβαλλοντισμός (ο)
🔉
çevrecilik
🔉
περιβαλλοντιστής (ο)
🔉
çevreci
🔉
περιβαλλοντολογικός
🔉
çevrebilimsel
🔉
çevre bilimine ilişkin
🔉
περιβαλλοντολόγος (ο)
🔉
çevrebilimci
🔉
çevre bilimci
🔉
περιβάλλω
🔉
çevrelemek
🔉
kuşatmak
🔉
sarmak
🔉
περιβάλλων χώρος (ο)
🔉
çevre alan
🔉
etraf
🔉
περίβλημα (το)
🔉
kılıf
🔉
kaplama
🔉
örtü
🔉
περίβλημα σπόρου (το)
🔉
tohum kabuğu
🔉
περιβολή (η)
🔉
giyinme
🔉
kuşanma
🔉
kıyafet
🔉
περίβολος τάφων (ο)
🔉
mezarlık duvarı
🔉
mezar çevre duvarı
🔉
περιβραχιόνιο (το)
🔉
kol bandı
🔉
pazubent
🔉
περιγεγραμμένη γωνία (η)
🔉
çevrel çember açı
🔉
çevrelenmiş açı
🔉
περιγεγραμμένος
🔉
çevrelenmiş
🔉
sınırlandırılmış
🔉
περίγελος (ο)
🔉
alay konusu
🔉
maskara
🔉
περίγελος του έρωτα (ο)
🔉
aşkın alay konusu
🔉
περίγραμμα (το)
🔉
taslak
🔉
ana hat
🔉
kontur
🔉
περιγραφέας (ο)
🔉
betimleyici
🔉
tasvirci
🔉
περιγραφή (η)
🔉
betimleme
🔉
tasvir
🔉
tarif
🔉
περιγραφή διάταξης (η)
🔉
düzen betimlemesi
🔉
yerleşim tarifi
🔉
περιγραφή κατάστασης (η)
🔉
durum betimlemesi
🔉
durum tarifi
🔉
περιγραφική γεωμετρία (η)
🔉
tasarı geometri
🔉
betimleyici geometri
🔉
περιγραφική γραμματική (η)
🔉
betimleyici dilbilgisi
🔉
περιγραφική μέθοδος (η)
🔉
betimleyici yöntem
🔉
περιγραφικό ρήμα (το)
🔉
betimleyici fiil
🔉
περιγραφικός
🔉
betimleyici
🔉
tasviri
🔉
περιγραφικότητα (η)
🔉
betimleyicilik
🔉
περιγραφισμός (ο)
🔉
betimlemecilik
🔉
περιγραφιστής (ο)
🔉
betimlemeci
🔉
περιγράφω
🔉
betimlemek
🔉
tasvir etmek
🔉
tarif etmek
🔉
περιγράφω αμέσως
🔉
derhal betimlemek
🔉
hemen tasvir etmek
🔉
περιγράφω πρόχειρα
🔉
kabaca betimlemek
🔉
taslak hâlinde tarif etmek
🔉
περιγράφωμαι
🔉
betimlenmek
🔉
tasvir edilmek
🔉
περίγυρος (ο)
🔉
çevre
🔉
etraf
🔉
περιδεμένος
🔉
sarılı
🔉
bandajlı
🔉
περιδένομαι
🔉
sarınmak
🔉
bandajlanmak
🔉
περιδένω
🔉
sarmak
🔉
bandajlamak
🔉
περιδέραιο (το)
🔉
kolye
🔉
gerdanlık
🔉
περίδεση (η)
🔉
bandajlama
🔉
sarma
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱